καβουράκι
•
- ενδυμασίαείδος ανδρικού καπέλου: ρεπούμπλικα με στενό γείσο Βικιλεξικό
- μικρό ανδρικό δερμάτινο πορτοφόλι για κέρματα με σχήμα στρογγυλό Βικιλεξικό
- γραφική ύληείδος μικρού αποσυρραπτικού που μοιάζει με δαγκάνα καβουριού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβουράκι < καβούρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβουράκι | καβουράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καβουράκι | καβουράκια |
| Κλητική | καβουράκι | καβουράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →