καβουρίνα
•
- θηλυκός κάβουρας Βικιλεξικό
- κι η μαμά τους η κυρία καβουρίνα πάει τσάρκα με ένα σπάρο στη Ραφήνα (λαϊκό τραγούδι)
Ετυμολογία
καβουρίνα < κάβουρας + κατάληξη θηλυκού -ίνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβουρίνα | καβουρίνες |
| Γενική | καβουρίνας | καβουρίνων |
| Αιτιατική | καβουρίνα | καβουρίνες |
| Κλητική | καβουρίνα | καβουρίνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →