Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καβουρίνα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκός κάβουρας Βικιλεξικό
    • κι η μαμά τους η κυρία καβουρίνα πάει τσάρκα με ένα σπάρο στη Ραφήνα (λαϊκό τραγούδι)

Ετυμολογία

καβουρίνα < κάβουρας + κατάληξη θηλυκού -ίνα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαβουρίνακαβουρίνες
Γενικήκαβουρίναςκαβουρίνων
Αιτιατικήκαβουρίνακαβουρίνες
Κλητικήκαβουρίνακαβουρίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →