καβουρομάνα
•
- ζώοείδος μεγαλόσωμου καβουριού Βικιλεξικό
- μεταφορικάυπερβολικά τσιγκούνης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβουρομάνα < κάβουρ(ας) ή καβούρ(ι) + -ο- + -μάνα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβουρομάνα | καβουρομάνες |
| Γενική | καβουρομάνας | — |
| Αιτιατική | καβουρομάνα | καβουρομάνες |
| Κλητική | καβουρομάνα | καβουρομάνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →