καβουρόψιχα
•
- γαστρονομίαη ψίχα του κάβουρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καβουρόψιχα < κάβουρ(ας) + -ό- + ψίχα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καβουρόψιχα | καβουρόψιχες |
| Γενική | καβουρόψιχας | — |
| Αιτιατική | καβουρόψιχα | καβουρόψιχες |
| Κλητική | καβουρόψιχα | καβουρόψιχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →