Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καγιέν

/kaˈʝen/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. τρόφιμοείδος κόκκινου πιπεριού με καυτερή γεύση Βικιλεξικό
    • Καθώς δεν θα ήταν δυνατόν να φαγωθούν ως πιπεριές, οι καρποί του φυτού καγιέν αποξηραίνονται και κονιορτοποιούνται. Δημιουργείται έτσι το πιπέρι καγιέν. Αυτό που βρίσκουμε στο εμπόριο έχει προσμείξεις για να μετριάζεται κάπως η καυστικότητά του.
    • Αυτές οι σοκολατερί της Αθήνας φτιάχνουν την τέλεια ζεστή σοκολάτα. Πυκνή, παχύρρευστη, γλυκόπικρη ή πιο γλυκιά, μαύρη, γάλακτος, λευκή, βιενουά, με ρούμι ή με πιπέρι καγιέν, η ζεστή σοκολάτα είναι συνώνυμη με τη χειμωνιάτικη θαλπωρή. (www.kathimerini.gr, 10.01.2024)

Ετυμολογία

καγιέν < αγγλική cayenne pepper < Cayenne (Καγιέν)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →