Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καγκελάκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικόμικρό κάγκελο Βικιλεξικό
    • Ο τάφος της δεν είναι μαρμάρινος, είναι ένας σταυρός ξαπλωμένος στο χώμα και το χαλίκι, μ' ένα καγκελάκι γύρω-γύρω και μια μικρή στήλη στην κορυφή του, που περιέχει ένα σβηστό καντηλάκι και τίποτ' άλλο. (Θοδωρής Γεωργακόπουλος, Φεβρουάριος, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2012 books.google)
  2. πληροφορικήτο σύμβολο (καταχρηστικά και ως δίεση) Βικιλεξικό
    • Τα hashtags είναι τα “καγκελάκια” στο πληκτρολόγιό σας και πιο συγκεκριμένα εμφανίζονται πατώντας το κουμπί #. #:: (Τι είναι τα hashtags και πώς τα χρησιμοποιούμε στις δημοσιεύσεις μας; 13 Ιουνίου 2017, netfocus.gr)

Ετυμολογία

καγκελάκι < κάγκελ(ο) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαγκελάκικαγκελάκια
Γενική——
Αιτιατικήκαγκελάκικαγκελάκια
Κλητικήκαγκελάκικαγκελάκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →