καγκελένιος
•
- που είναι φτιαγμένος από κάγκελο Βικιλεξικό
- Παντρεύεται μια λυγερή κι όλος ο κόσμος θα χαρεί, / παίρνει προίκα και ελιές και πολλές αμυγδαλιές, / παίρνει προίκα και λιοτρίβι, / καγκελένιο έχει το φρύδι.
- Πέρασαν την καγκελένια πόρτα του κήπου στο σπίτι της. Γυαλιστερά φυλλάδια υποψηφίων παντού. «Να έρθουν να μου σκουπίσουν», γκρίνιαξε αυτή και τον τράβηξε απ’ το χέρι προς την επόμενη είσοδο.
- Απέναντι από την κλειστή καντίνα στον δρόμο Καλαμάκι – Λαγανάς και δίπλα στην καγκελένια είσοδο που οδηγεί στην μοναδική κατοικία μέσα στο προστατευόμενο αμμοθινικό οικοσύστημα, βρισκόταν μια μπουλντόζα εντός των αμμοθινών. Δίπλα της και παράλληλα με τον δρόμο για 50 μέτρα υπήρχαν σωροί φερτών υλικών επιχωματώνοντας τις αμμοθίνες και ισοπεδώνοντας την περίφραξη.
Ετυμολογία
καγκελένιος < κάγκελ(ο) + -ένιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καγκελένιος | καγκελένια | καγκελένιο |
| Γενική | καγκελένιου | καγκελένιας | καγκελένιου |
| Αιτιατική | καγκελένιο | καγκελένια | καγκελένιο |
| Κλητική | καγκελένιε | καγκελένια | καγκελένιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καγκελένιοι | καγκελένιες | καγκελένια |
| Γενική | καγκελένιων | καγκελένιων | καγκελένιων |
| Αιτιατική | καγκελένιους | καγκελένιες | καγκελένια |
| Κλητική | καγκελένιοι | καγκελένιες | καγκελένια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →