Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καγκελένιος

/kaŋ.ɟeˈle.ɲos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι φτιαγμένος από κάγκελο Βικιλεξικό
    • Παντρεύεται μια λυγερή κι όλος ο κόσμος θα χαρεί, / παίρνει προίκα και ελιές και πολλές αμυγδαλιές, / παίρνει προίκα και λιοτρίβι, / καγκελένιο έχει το φρύδι.
    • Πέρασαν την καγκελένια πόρτα του κήπου στο σπίτι της. Γυαλιστερά φυλλάδια υποψηφίων παντού. «Να έρθουν να μου σκουπίσουν», γκρίνιαξε αυτή και τον τράβηξε απ’ το χέρι προς την επόμενη είσοδο.
    • Απέναντι από την κλειστή καντίνα στον δρόμο Καλαμάκι – Λαγανάς και δίπλα στην καγκελένια είσοδο που οδηγεί στην μοναδική κατοικία μέσα στο προστατευόμενο αμμοθινικό οικοσύστημα, βρισκόταν μια μπουλντόζα εντός των αμμοθινών. Δίπλα της και παράλληλα με τον δρόμο για 50 μέτρα υπήρχαν σωροί φερτών υλικών επιχωματώνοντας τις αμμοθίνες και ισοπεδώνοντας την περίφραξη.

Ετυμολογία

καγκελένιος < κάγκελ(ο) + -ένιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαγκελένιοςκαγκελένιακαγκελένιο
Γενικήκαγκελένιουκαγκελένιαςκαγκελένιου
Αιτιατικήκαγκελένιοκαγκελένιακαγκελένιο
Κλητικήκαγκελένιεκαγκελένιακαγκελένιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαγκελένιοικαγκελένιεςκαγκελένια
Γενικήκαγκελένιωνκαγκελένιωνκαγκελένιων
Αιτιατικήκαγκελένιουςκαγκελένιεςκαγκελένια
Κλητικήκαγκελένιοικαγκελένιεςκαγκελένια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →