καγχάζω
•
- γελάω τεχνητά, δείχνοντας αποδοκιμασία ή σαρκασμό ή και πικρία Βικιλεξικό
- Όντα και Πράγματα που όνομα δεν έχουν / και τ’ άσαρκα ποδάρια των στην κάμαρή μου τρέχουν / και κάμνουν στο κρεβάτι μου κύκλο για να με διούνε — / και με κοιτάζουν σαν να με γνωρίζουν / σαν να καγχάζουν άφωνα που τώρα με φοβίζουν. (Κωνσταντίνος Καβάφης, Τρόμος)
- Κι όσο η Σταμάτα παλλόταν, έτρεμε κι έκανε σπασμωδικές κινήσεις, τόσο η πιτσιρικαρία ευθυμούσε περισσότερο και προστίθενταν κι άλλοι κι άλλοι και κάγχαζαν κάγχαζαν, χειροκροτούσαν, σφύριζαν, φώναζαν (Μαίρη Μικέ, Κόκκινες ουλές, Εκδόσεις Ίκαρος, 2015 https://books.google.gr/books?id=flbuCgAAQBAJ&lpg=PT33&dq=%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1&pg=PT33#v=onepage&q=%CF%80%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1&f=false)
Ετυμολογία
καγχάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καγχάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καγχάζω | καγχάζεις | καγχάζει | καγχάζουμε | καγχάζετε | καγχάζουν / καγχάζουνε |
| Παρατατικός | κάγχαζα | κάγχαζες | κάγχαζε | καγχάζαμε | καγχάζατε | κάγχαζαν / καγχάζαν / καγχάζανε |
| Αόριστος | κάγχασα | κάγχασες | κάγχασε | καγχάσαμε | καγχάσατε | κάγχασαν / καγχάσαν / καγχάσανε |
| Μέλλοντας | θα καγχάζω / θα καγχάσω | θα καγχάζεις / θα καγχάσεις | θα καγχάζει / θα καγχάσει | θα καγχάζουμε / θα καγχάσουμε | θα καγχάζετε / θα καγχάσετε | θα καγχάζουν / θα καγχάζουνε / θα καγχάσουν / θα καγχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καγχάσει | έχεις καγχάσει | έχει καγχάσει | έχουμε καγχάσει | έχετε καγχάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καγχάσει | είχες καγχάσει | είχε καγχάσει | είχαμε καγχάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καγχάσει / να καγχάζω / να καγχάσω | να έχεις καγχάσει / να καγχάζεις / να καγχάσεις | να έχει καγχάσει / να καγχάζει / να καγχάσει | να έχουμε καγχάσει / να καγχάζουμε / να καγχάσουμε | να έχετε καγχάσει / να καγχάζετε / να καγχάσετε | να καγχάζουν / να καγχάζουνε / να καγχάσουν / να καγχάσουνε |
| Προστακτική | — | κάγχαζε / κάγχασε | — | — | καγχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καγχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →