καδένα
•
- αλυσίδα σε κόσμημα ή σε παλιό ρολόι τσέπης Βικιλεξικό
- έπιανε την καδένα με τρόπο και φαινόταν και το δαχτυλίδι με μια πέτρα ίδιο φουντούκι (Ιωάννης Μιχαήλ Παναγιωτόπουλος, Αιχμάλωτοι, εκδ. Αετός, 1951, σελ. 74)
- ναυτικός όροςη αλυσίδα της άγκυρας, οποιαδήποτε ναυτική αλυσίδα Βικιλεξικό
- Όπως έρχεται η καδένα της άγκυρας, θα τη στρώνεις μια δεξιά, μια αριστερά, μη μας γίνει κουβάρι. (Αντώνης Σουρούνης (1983) Το τέλος της πρώτης μέρας [διήγημα])
- ο σκαπτικός αυλακωτήρας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καδένα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καδένα < βενετική cadena· δείτε επίσης την ιταλική catena και την ισπανική cadena (αλυσίδα) < λατινική catena (αλυσίδα)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καδένα | καδένες |
| Γενική | καδένας | καδένων |
| Αιτιατική | καδένα | καδένες |
| Κλητική | καδένα | καδένες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →