Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καδής

/kaˈðis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο μουσουλμάνος δικαστής που δικάζει με βάση τον ισλαμικό νόμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καδής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καδής

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαδήςκαδήδες
Γενικήκαδήκαδήδων
Αιτιατικήκαδήκαδήδες
Κλητικήκαδήκαδήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →