καδής
•
- επάγγελμαο μουσουλμάνος δικαστής που δικάζει με βάση τον ισλαμικό νόμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καδής < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καδής
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καδής | καδήδες |
| Γενική | καδή | καδήδων |
| Αιτιατική | καδή | καδήδες |
| Κλητική | καδή | καδήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →