καδίσκος
•
- μικρός κάδος Βικιλεξικό
- Καὶ ἐν ἀρχαιοτέροις μὲν χρόνοις προύκειτο ἐν καὶ μόνον ἀγγεῖον, κάδος ἢ καδίσκος καλούμενον , καὶ ἕκαστος τῶν δικαστῶν ἀνὰ δύο ψήφους λαμβάνων , τὴν ἀθωωτικὴν καὶ τὴν καταδικαστικήν , ἔῤῥιπτεν εἰς αὐτὸ ἣν ἐβούλετο , καὶ ἐφύλαττε τὴν ἑτέραν. (Αλέξανδρος Ραγκαβής, Άπαντα τα φιλολογικά, τόμος 15, 1888, σελ. 364)
Ετυμολογία
καδίσκος < κάδος + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καδίσκος | καδίσκοι |
| Γενική | καδίσκου | καδίσκων |
| Αιτιατική | καδίσκο | καδίσκους |
| Κλητική | καδίσκε | καδίσκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →