Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καδμείος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. αυτός που αναφέρεται στον Κάδμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καδμείος < Κάδμος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαδμείοςκαδμείακαδμείο
Γενικήκαδμείουκαδμείαςκαδμείου
Αιτιατικήκαδμείοκαδμείακαδμείο
Κλητικήκαδμείεκαδμείακαδμείο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαδμείοικαδμείεςκαδμεία
Γενικήκαδμείωνκαδμείωνκαδμείων
Αιτιατικήκαδμείουςκαδμείεςκαδμεία
Κλητικήκαδμείοικαδμείεςκαδμεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →