Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καδράρω

ρήμα
•
  1. τοποθετώ εικόνα ή φωτογραφία σε κάδρο Βικιλεξικό
    • Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)
  2. φροντίζω την γωνία της φωτογραφικής ή κινηματογραφικής λήψης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καδράρω < ουσιαστικό κάδρο + επίθημα -άρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →