Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καδρονιάζω

ρήμα
•
  1. στήνω καδρόνια Βικιλεξικό
  2. μετατρέπω ακατέργαστο ξύλο σε καδρόνι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καδρονιάζω < καδρόνι

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαδρονιάζωκαδρονιάζειςκαδρονιάζεικαδρονιάζουμεκαδρονιάζετεκαδρονιάζουν / καδρονιάζουνε
Παρατατικόςκαδρόνιαζακαδρόνιαζεςκαδρόνιαζεκαδρονιάζαμεκαδρονιάζατεκαδρονιάζαν / καδρονιάζανε / καδρόνιαζαν
Αόριστοςκαδρόνιασακαδρόνιασεςκαδρόνιασεκαδρονιάσαμεκαδρονιάσατεκαδρονιάσαν / καδρονιάσανε / καδρόνιασαν
Μέλλονταςθα καδρονιάζω / θα καδρονιάσωθα καδρονιάζεις / θα καδρονιάσειςθα καδρονιάζει / θα καδρονιάσειθα καδρονιάζουμε / θα καδρονιάσουμεθα καδρονιάζετε / θα καδρονιάσετεθα καδρονιάζουν / θα καδρονιάζουνε / θα καδρονιάσουν / θα καδρονιάσουνε
Παρακείμενοςέχω καδρονιάσειέχεις καδρονιάσειέχει καδρονιάσειέχουμε καδρονιάσειέχετε καδρονιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καδρονιάσειείχες καδρονιάσειείχε καδρονιάσειείχαμε καδρονιάσει——
Υποτακτικήνα έχω καδρονιάσει / να καδρονιάζω / να καδρονιάσωνα έχεις καδρονιάσει / να καδρονιάζεις / να καδρονιάσειςνα έχει καδρονιάσει / να καδρονιάζει / να καδρονιάσεινα έχουμε καδρονιάσει / να καδρονιάζουμε / να καδρονιάσουμενα έχετε καδρονιάσει / να καδρονιάζετε / να καδρονιάσετενα καδρονιάζουν / να καδρονιάζουνε / να καδρονιάσουν / να καδρονιάσουνε
Προστακτική—καδρόνιαζε / καδρόνιασε——καδρονιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καδρονιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →