καδρόνι
•
- ξύλο με τετραγωνική τομή που χρησιμοποιείται σαν στύλος σε σκαλωσιές Βικιλεξικό
- δοκαράκι επιπλοποιίας (πχ για πόδια, τραβέρσες κτλ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καδρόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική quadrone
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καδρόνι | καδρόνια |
| Γενική | καδρονιού | καδρονιών |
| Αιτιατική | καδρόνι | καδρόνια |
| Κλητική | καδρόνι | καδρόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →