Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζάζης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου επεξεργάζεται ή πουλάει το μετάξι· ο μεταξουργός ή ο μεταξοπώλης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καζάζης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καζάζης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαζάζηςκαζάζηδες
Γενικήκαζάζηκαζάζηδων
Αιτιατικήκαζάζηκαζάζηδες
Κλητικήκαζάζηκαζάζηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →