καζάζης
•
- παρωχημένοπου επεξεργάζεται ή πουλάει το μετάξι· ο μεταξουργός ή ο μεταξοπώλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζάζης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καζάζης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζάζης | καζάζηδες |
| Γενική | καζάζη | καζάζηδων |
| Αιτιατική | καζάζη | καζάζηδες |
| Κλητική | καζάζη | καζάζηδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →