Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζάνι που βράζει

φράση
•
  1. δημώδης ελληνική έκφραση περισσότερο όμως σε χρήση δημοσιογραφική. Προέρχεται από παρομοίωση του νερού που όταν πάρει βράση σε καζάνι, αρχίζει και κοχλάζει με έντονο τότε τον κίνδυνο πρόκλησης εγκαυμάτων. Λέγεται ειδικά σε περιπτώσεις λόγων, έργων ή καταστάσεων από τις οποίες εγκυμονούνται έντονες συνήθως αντιπαραθέσεις μέχρι και ένοπλες συγκρούσεις. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καζάνι που βράζει < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →