καζάρμα
•
- ιδιωματικόο στρατώνας, το φρουραρχείο της χωροφυλακής Βικιλεξικό
- Όθεν αμέσως, περί όρθρον βαθύν, αφού εκοιμήθησαν επί δύο ή τρεις ώρας, φορούντες όλην την στολήν των, οι δύο χωροφύλακες, εις τα ισόγεια της δημαρχίας, τα γεμάτα από βλατούδες, σαρανταποδαρούσες και σαμαμίθια, τα οποία εχρησίμευον ως καζάρμα (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η φόνισσα)
- ιδιωματικότο αστυνομικό τμήμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζάρμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική caserma < casa di arma
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζάρμα | καζάρμες |
| Γενική | καζάρμας | — |
| Αιτιατική | καζάρμα | καζάρμες |
| Κλητική | καζάρμα | καζάρμες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →