καζάς
•
- ιστορίαδιοικητική διαίρεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, παρόμοια σε έκταση με το σημερινό νομό Βικιλεξικό
- μεταφορικάο μπελάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζάς < τουρκική kaza < αραβική قضاء (qaḍāʾ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζάς | καζάδες |
| Γενική | καζά | καζάδων |
| Αιτιατική | καζά | καζάδες |
| Κλητική | καζά | καζάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →