καζίκι
•
- μια πολύ δύσκολη κατάσταση (κατ' αναλογία προς το παλούκι) Βικιλεξικό
- η δουλειά που μου έτυχε είναι πολύ καζίκι
- έπαθα/έφαγα ένα γερό καζίκι
- ιστορικόμακρύ και αιχμηρό αντικείμενο, πάσσαλος, παλούκι που χρησιμοποιόταν για τον ανασκολοπισμό (παλούκωμα) στη διάρκεια της τουρκοκρατίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζίκι < (άμεσο δάνειο) τουρκική kazık (απάτη, παλιότερη σημασία: παλούκωμα). Δεν σχετίζεται με το κάζο (από τα ιταλικά)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζίκι | καζίκια |
| Γενική | καζικιού | καζικιών |
| Αιτιατική | καζίκι | καζίκια |
| Κλητική | καζίκι | καζίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →