καζανάκι
•
- δοχείο της τουαλέτας από το οποίο ρέει νερό στη λεκάνη για να την καθαρίσει μετά από χρήση Βικιλεξικό
- δεν χρειάζεται να τραβήξεις το καζανάκι αν πας μόνο για «ψιλό»
- μικρό καζάνι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζανάκι < καζάν(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καζανάκι | καζανάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καζανάκι | καζανάκια |
| Κλητική | καζανάκι | καζανάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →