Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζανάς

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιδιωματικόο καζανάρης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καζανάς < καζάνι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαζανάςκαζανάδες
Γενικήκαζανάκαζανάδων
Αιτιατικήκαζανάκαζανάδες
Κλητικήκαζανάκαζανάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →