καζανιάζω
•
- βάζω ή ρίχνω σε καζάνι για βράσιμο ή απόσταξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καζανιάζω < καζάνι + -ιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καζανιάζω | καζανιάζεις | καζανιάζει | καζανιάζουμε | καζανιάζετε | καζανιάζουν / καζανιάζουνε |
| Παρατατικός | καζάνιαζα | καζάνιαζες | καζάνιαζε | καζανιάζαμε | καζανιάζατε | καζάνιαζαν / καζανιάζαν / καζανιάζανε |
| Αόριστος | καζάνιασα | καζάνιασες | καζάνιασε | καζανιάσαμε | καζανιάσατε | καζάνιασαν / καζανιάσαν / καζανιάσανε |
| Μέλλοντας | θα καζανιάζω / θα καζανιάσω | θα καζανιάζεις / θα καζανιάσεις | θα καζανιάζει / θα καζανιάσει | θα καζανιάζουμε / θα καζανιάσουμε | θα καζανιάζετε / θα καζανιάσετε | θα καζανιάζουν / θα καζανιάζουνε / θα καζανιάσουν / θα καζανιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καζανιάσει | έχεις καζανιάσει | έχει καζανιάσει | έχουμε καζανιάσει | έχετε καζανιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καζανιάσει | είχες καζανιάσει | είχε καζανιάσει | είχαμε καζανιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καζανιάσει / να καζανιάζω / να καζανιάσω | να έχεις καζανιάσει / να καζανιάζεις / να καζανιάσεις | να έχει καζανιάσει / να καζανιάζει / να καζανιάσει | να έχουμε καζανιάσει / να καζανιάζουμε / να καζανιάσουμε | να έχετε καζανιάσει / να καζανιάζετε / να καζανιάσετε | να καζανιάζουν / να καζανιάζουνε / να καζανιάσουν / να καζανιάσουνε |
| Προστακτική | — | καζάνιαζε / καζάνιασε | — | — | καζανιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καζανιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →