Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καζμάς

/kaˈzmas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. προφορικόγραφή της προφοράς του κασμάς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καζμάς < κασμάς με γραφή της προφοράς του ⟨σμ⟩ [zm] ως ⟨ζμ⟩ κατά την οθωμανική τουρκική قازمه (τουρκική kazma)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαζμάςκαζμάδες
Γενικήκαζμάκαζμάδων
Αιτιατικήκαζμάκαζμάδες
Κλητικήκαζμάκαζμάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →