Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καημενούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. καημένος, ως τρυφερή εκδήλωση συμπάθειας ή οίκτου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καημενούλης < καημέν(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαημενούληςκαημενούλακαημενούλικο
Γενικήκαημενούληκαημενούλαςκαημενούλικου
Αιτιατικήκαημενούληκαημενούλακαημενούλικο
Κλητικήκαημενούληκαημενούλακαημενούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαημενούληδεςκαημενούλεςκαημενούλικα
Γενικήκαημενούληδων—καημενούλικων
Αιτιατικήκαημενούληδεςκαημενούλεςκαημενούλικα
Κλητικήκαημενούληδεςκαημενούλεςκαημενούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →