καημενούλης
•
- καημένος, ως τρυφερή εκδήλωση συμπάθειας ή οίκτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καημενούλης < καημέν(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καημενούλης | καημενούλα | καημενούλικο |
| Γενική | καημενούλη | καημενούλας | καημενούλικου |
| Αιτιατική | καημενούλη | καημενούλα | καημενούλικο |
| Κλητική | καημενούλη | καημενούλα | καημενούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καημενούληδες | καημενούλες | καημενούλικα |
| Γενική | καημενούληδων | — | καημενούλικων |
| Αιτιατική | καημενούληδες | καημενούλες | καημενούλικα |
| Κλητική | καημενούληδες | καημενούλες | καημενούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →