καθαγιάζω
•
- καθιστώ κάτι άγιο, του δίνω ιερό χαρακτήρα με ειδική τελετή (πχ ανάγνωση ευχών, ραντισμό κλπ) Βικιλεξικό
- μεταφορικάενεργώ ώστε να θεωρηθεί κάτι απαλλαγμένο από σφάλματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαγιάζω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθαγιάζω | καθαγιάζεις | καθαγιάζει | καθαγιάζουμε | καθαγιάζετε | καθαγιάζουν / καθαγιάζουνε |
| Παρατατικός | καθαγίαζα | καθαγίαζες | καθαγίαζε | καθαγιάζαμε | καθαγιάζατε | καθαγίαζαν / καθαγιάζαν / καθαγιάζανε |
| Αόριστος | καθαγίασα | καθαγίασες | καθαγίασε | καθαγιάσαμε | καθαγιάσατε | καθαγίασαν / καθαγιάσαν / καθαγιάσανε |
| Μέλλοντας | θα καθαγιάζω / θα καθαγιάσω | θα καθαγιάζεις / θα καθαγιάσεις | θα καθαγιάζει / θα καθαγιάσει | θα καθαγιάζουμε / θα καθαγιάσουμε | θα καθαγιάζετε / θα καθαγιάσετε | θα καθαγιάζουν / θα καθαγιάζουνε / θα καθαγιάσουν / θα καθαγιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθαγιάσει | έχεις καθαγιάσει | έχει καθαγιάσει | έχουμε καθαγιάσει | έχετε καθαγιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθαγιάσει | είχες καθαγιάσει | είχε καθαγιάσει | είχαμε καθαγιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθαγιάσει / να καθαγιάζω / να καθαγιάσω | να έχεις καθαγιάσει / να καθαγιάζεις / να καθαγιάσεις | να έχει καθαγιάσει / να καθαγιάζει / να καθαγιάσει | να έχουμε καθαγιάσει / να καθαγιάζουμε / να καθαγιάσουμε | να έχετε καθαγιάσει / να καθαγιάζετε / να καθαγιάσετε | να καθαγιάζουν / να καθαγιάζουνε / να καθαγιάσουν / να καθαγιάσουνε |
| Προστακτική | — | καθαγίαζε / καθαγίασε | — | — | καθαγιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καθαγιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →