καθαρίστρια
•
- επάγγελμαγυναίκα η οποία αναλαμβάνει κατ' επάγγελμα να καθαρίζει ιδιωτικά ή δημόσια κτήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαρίστρια < καθαρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρίστρια | καθαρίστριες |
| Γενική | καθαρίστριας | καθαριστριών |
| Αιτιατική | καθαρίστρια | καθαρίστριες |
| Κλητική | καθαρίστρια | καθαρίστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →