καθαρευουσιάνικος
•
- μειωτικόπου χαρακτηρίζει τον καθαρευουσιάνο και τη χρήση της καθαρεύουσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαρευουσιάνικος < καθαρευουσιάνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρευουσιάνικος | καθαρευουσιάνικη | καθαρευουσιάνικο |
| Γενική | καθαρευουσιάνικου | καθαρευουσιάνικης | καθαρευουσιάνικου |
| Αιτιατική | καθαρευουσιάνικο | καθαρευουσιάνικη | καθαρευουσιάνικο |
| Κλητική | καθαρευουσιάνικε | καθαρευουσιάνικη | καθαρευουσιάνικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθαρευουσιάνικοι | καθαρευουσιάνικες | καθαρευουσιάνικα |
| Γενική | καθαρευουσιάνικων | καθαρευουσιάνικων | καθαρευουσιάνικων |
| Αιτιατική | καθαρευουσιάνικους | καθαρευουσιάνικες | καθαρευουσιάνικα |
| Κλητική | καθαρευουσιάνικοι | καθαρευουσιάνικες | καθαρευουσιάνικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →