Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαριστήριο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κατάστημα που αναλαμβάνει τον καθαρισμό ρούχων, ιδίως αυτών που χρειάζονται στεγνό καθάρισμα Βικιλεξικό
    • Πονούσε από τα χτυπήματα στο σώμα, αλλά αυτός το παλτό σκεφτόταν, πως το έκανε μαντάρα, και πως θα έπρεπε να το πάει στο καθαριστήριο , που σημαίνει ότι για μέρες θα κυκλοφορούσε με το κρύο χωρίς πανωφόρι, μόνο με το σακάκι. Χώρια που δεν ήταν σίγουρος αν θα έβγαινε η λαδιά από τη φασολάδα. (Κοσμάς Ι Χαρπαντίδης, Τα δώρα του πανικού: μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος, 2006, σελ. 162)

Ετυμολογία

καθαριστήριο < καθαρίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθαριστήριοκαθαριστήρια
Γενικήκαθαριστήριου / καθαριστηρίουκαθαριστηρίων
Αιτιατικήκαθαριστήριοκαθαριστήρια
Κλητικήκαθαριστήριοκαθαριστήρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →