Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαριότητα

/ka.θa.ɾiˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του καθαρού Βικιλεξικό
    • η καθαριότητα της πόλης είναι υποδειγματική
  2. οι ενέργειες που γίνονται για να καθαριστεί ένα μέρος Βικιλεξικό
    • σήμερα έχουμε γενική καθαριότητα
    • Ένα από εκείνα τα μεσημέρια της βαρετής και άσκοπης καθαριότητας, δεν ξέρω πώς, μου 'ρθε να πεταχτώ μέχρι το ΚΨΜ της Δεύτερης Μοίρας, να πιω καφέ. Στα παλιά λημέρια! (Θοδωρής Κοντούλης, Τοτε που η πατρίδα-- μου 'κλεινε πονηρά το μάτι: αναμνήσεις από το στρατό : αφήγημα ψυχωφελές και εκτονωτικόν, εκδόσεις Εντός, 1998, σελ. 87)

Ετυμολογία

καθαριότητα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καθαριότης

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθαριότητακαθαριότητες
Γενικήκαθαριότηταςκαθαριοτήτων
Αιτιατικήκαθαριότητακαθαριότητες
Κλητικήκαθαριότητακαθαριότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →