καθαρολογώ
•
- χρησιμοποιώ την καθαρεύουσα (γραπτώς ή προφορικώς) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαρολογώ < καθαρολόγος + -ώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθαρολογώ | καθαρολογείς | καθαρολογεί | καθαρολογούμε | καθαρολογείτε | καθαρολογούν / καθαρολογούνε |
| Παρατατικός | καθαρολογούσα | καθαρολογούσες | καθαρολογούσε | καθαρολογούσαμε | καθαρολογούσατε | καθαρολογούσαν / καθαρολογούσανε |
| Αόριστος | καθαρολόγησα | καθαρολόγησες | καθαρολόγησε | καθαρολογήσαμε | καθαρολογήσατε | καθαρολογήσαν / καθαρολογήσανε / καθαρολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα καθαρολογήσω / θα καθαρολογώ | θα καθαρολογήσεις / θα καθαρολογείς | θα καθαρολογήσει / θα καθαρολογεί | θα καθαρολογήσουμε / θα καθαρολογούμε | θα καθαρολογήσετε / θα καθαρολογείτε | θα καθαρολογήσουν / θα καθαρολογήσουνε / θα καθαρολογούν / θα καθαρολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω καθαρολογήσει | έχεις καθαρολογήσει | έχει καθαρολογήσει | έχουμε καθαρολογήσει | έχετε καθαρολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθαρολογήσει | είχες καθαρολογήσει | είχε καθαρολογήσει | είχαμε καθαρολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθαρολογήσει / να καθαρολογήσω / να καθαρολογώ | να έχεις καθαρολογήσει / να καθαρολογήσεις / να καθαρολογείς | να έχει καθαρολογήσει / να καθαρολογήσει / να καθαρολογεί | να έχουμε καθαρολογήσει / να καθαρολογήσουμε / να καθαρολογούμε | να έχετε καθαρολογήσει / να καθαρολογήσετε / να καθαρολογείτε | να καθαρολογήσουν / να καθαρολογήσουνε / να καθαρολογούν / να καθαρολογούνε |
| Προστακτική | — | καθαρολόγει / καθαρολόγησε | — | — | καθαρολογήστε / καθαρολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →