καθαρός δανεισμός
•
- λογιστικήσε οικονομική μονάδα τα δάνεια (μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα) μείον τα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθαρός δανεισμός < → δείτε τις λέξεις καθαρός και δανεισμός, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική net debt
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →