Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθαρότητα

/ka.θaˈɾo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του καθαρού Βικιλεξικό
    • Ξέρει ότι, όταν γράφει, μιλάει με την επιθυμία, δηλαδή με ολόκληρο τον ψυχοσωματικό εαυτό του· κυρίως με τις ασύνειδες και πολυσχιδείς ενορμήσεις του προς έκφραση, οι οποίες, υπερβαίνοντας κάθε πρόθεση, αναγκάζουν τη γλώσσα του να συστοιχηθεί με αυτές και να υπερβεί τη μονοσημία της διανοητικής διατύπωσης για να απεικονίσει την πρόσληψή του της πραγματικότητας με μεγαλύτερη ακρίβεια και καθαρότητα απ' ό,τι ο μη λογοτεχνικός λόγος. (Νάσος Βαγενάς, Πίσω στον συγγραφέα, εφημερίδα Το Βήμα, 3/5/2013 https://www.tovima.gr/2013/05/03/opinions/pisw-ston-syggrafea/)

Ετυμολογία

καθαρότητα < αρχαία ελληνική καθαρότης, από την αιτιατική καθαρότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκαθαρότητακαθαρότητες
Γενικήκαθαρότηταςκαθαροτήτων
Αιτιατικήκαθαρότητακαθαρότητες
Κλητικήκαθαρότητακαθαρότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →