καθεδρικός
•
- που έχει σχέση με την καθέδρα επισκοπής ή αρχιεπισκοπής Βικιλεξικό
- καθεδρικός ναός
Ετυμολογία
καθεδρικός < καθέδρ(α) + -ικός, απόδοση για τη γαλλική église cathédrale (καθεδρικός ναός) < ελληνιστική κοινή καθεδρικός στη σημασία: αυτοκρατορικός θρόνος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθεδρικός | καθεδρική | καθεδρικό |
| Γενική | καθεδρικού | καθεδρικής | καθεδρικού |
| Αιτιατική | καθεδρικό | καθεδρική | καθεδρικό |
| Κλητική | καθεδρικέ | καθεδρική | καθεδρικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθεδρικοί | καθεδρικές | καθεδρικά |
| Γενική | καθεδρικών | καθεδρικών | καθεδρικών |
| Αιτιατική | καθεδρικούς | καθεδρικές | καθεδρικά |
| Κλητική | καθεδρικοί | καθεδρικές | καθεδρικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →