Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθεδρικός

/ka.θe.ðɾiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την καθέδρα επισκοπής ή αρχιεπισκοπής Βικιλεξικό
    • καθεδρικός ναός

Ετυμολογία

καθεδρικός < καθέδρ(α) + -ικός, απόδοση για τη γαλλική église cathédrale (καθεδρικός ναός) < ελληνιστική κοινή καθεδρικός στη σημασία: αυτοκρατορικός θρόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθεδρικόςκαθεδρικήκαθεδρικό
Γενικήκαθεδρικούκαθεδρικήςκαθεδρικού
Αιτιατικήκαθεδρικόκαθεδρικήκαθεδρικό
Κλητικήκαθεδρικέκαθεδρικήκαθεδρικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθεδρικοίκαθεδρικέςκαθεδρικά
Γενικήκαθεδρικώνκαθεδρικώνκαθεδρικών
Αιτιατικήκαθεδρικούςκαθεδρικέςκαθεδρικά
Κλητικήκαθεδρικοίκαθεδρικέςκαθεδρικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →