καθετηριάζω
•
- ιατρικήεισάγω καθετήρα σε ασθενή, προκειμένου να τον διευκολύνω να αποβάλλει υγρά ή να του εφαρμοστεί κάποια θεραπεία ή διάγνωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθετηριάζω < (ελληνιστική κοινή) < καθετήρ < αρχαία ελληνική καθίημι < ἵημι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθετηριάζω | καθετηριάζεις | καθετηριάζει | καθετηριάζουμε | καθετηριάζετε | καθετηριάζουν / καθετηριάζουνε |
| Παρατατικός | καθετηρίαζα | καθετηρίαζες | καθετηρίαζε | καθετηριάζαμε | καθετηριάζατε | καθετηρίαζαν / καθετηριάζαν / καθετηριάζανε |
| Αόριστος | καθετηρίασα | καθετηρίασες | καθετηρίασε | καθετηριάσαμε | καθετηριάσατε | καθετηρίασαν / καθετηριάσαν / καθετηριάσανε |
| Μέλλοντας | θα καθετηριάζω / θα καθετηριάσω | θα καθετηριάζεις / θα καθετηριάσεις | θα καθετηριάζει / θα καθετηριάσει | θα καθετηριάζουμε / θα καθετηριάσουμε | θα καθετηριάζετε / θα καθετηριάσετε | θα καθετηριάζουν / θα καθετηριάζουνε / θα καθετηριάσουν / θα καθετηριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθετηριάσει | έχεις καθετηριάσει | έχει καθετηριάσει | έχουμε καθετηριάσει | έχετε καθετηριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθετηριάσει | είχες καθετηριάσει | είχε καθετηριάσει | είχαμε καθετηριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθετηριάσει / να καθετηριάζω / να καθετηριάσω | να έχεις καθετηριάσει / να καθετηριάζεις / να καθετηριάσεις | να έχει καθετηριάσει / να καθετηριάζει / να καθετηριάσει | να έχουμε καθετηριάσει / να καθετηριάζουμε / να καθετηριάσουμε | να έχετε καθετηριάσει / να καθετηριάζετε / να καθετηριάσετε | να καθετηριάζουν / να καθετηριάζουνε / να καθετηριάσουν / να καθετηριάσουνε |
| Προστακτική | — | καθετηρίαζε / καθετηρίασε | — | — | καθετηριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καθετηριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →