καθηκοντολογία
•
- ηθικήτμήμα της ηθικής που αφορά τα καθήκοντα που έχει ο άνθρωπος προς τους άλλους και τον εαυτό του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθηκοντολογία < καθήκοντ(ος) + -ο- + -λογία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθηκοντολογία | καθηκοντολογίες |
| Γενική | καθηκοντολογίας | καθηκοντολογιών |
| Αιτιατική | καθηκοντολογία | καθηκοντολογίες |
| Κλητική | καθηκοντολογία | καθηκοντολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →