Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθημαγμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. καταματωμένος, γεμάτος αίματα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάβασανισμένος, εξουθενωμένος Βικιλεξικό
    • Η αρχή γίνεται με το εμβληματικό μυθιστόρημα «Άνθρωποι και ποντίκια» (1937) που διαδραματίζεται στις καθημαγμένες Ηνωμένες Πολιτείες του Μεσοπολέμου, την περίοδο του μεγάλου κραχ και της οικονομικής ύφεσης. (Εφημερίδα Το Βήμα, 20/3/2013)

Ετυμολογία

καθημαγμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καθαιμάσσω

Άλλοι τύποι

καθημαγμένακαθημαγμένεκαθημαγμένεςκαθημαγμένηκαθημαγμένηςκαθημαγμένοκαθημαγμένοικαθημαγμένοςκαθημαγμένουκαθημαγμένουςκαθημαγμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →