καθημερινός
•
- που συμβαίνει, γίνεται ή εμφανίζεται κάθε πρωί Βικιλεξικό
- για μένα το ξύρισμα είναι καθημερινή συνήθεια
- αυτός στο μαγαζί μας είναι καθημερινός
- που σχετίζεται με τις εργάσιμες μέρες και όχι τις γιορτές Βικιλεξικό
- έβγαλε το κουστούμι και ξαναφόρεσε τα καθημερινά του ρούχα
- συνηθισμένος Βικιλεξικό
- ο καφές είναι μια από τις καθημερινές απολαύσεις
Ετυμολογία
καθημερινός < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή καθημερινός < καθ' ἡμέραν (κατά + ἡμέρα)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθημερινός | καθημερινή | καθημερινό |
| Γενική | καθημερινού | καθημερινής | καθημερινού |
| Αιτιατική | καθημερινό | καθημερινή | καθημερινό |
| Κλητική | καθημερινέ | καθημερινή | καθημερινό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθημερινοί | καθημερινές | καθημερινά |
| Γενική | καθημερινών | καθημερινών | καθημερινών |
| Αιτιατική | καθημερινούς | καθημερινές | καθημερινά |
| Κλητική | καθημερινοί | καθημερινές | καθημερινά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →