Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθησυχάζω

/ka.θi.siˈxa.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόπείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί Βικιλεξικό
    • Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
  2. αμετάβατοπαύω να ανησυχώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθησυχάζω < ελληνιστική κοινή καθησυχάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε καθ- + ησυχάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθησυχάζωκαθησυχάζειςκαθησυχάζεικαθησυχάζουμεκαθησυχάζετεκαθησυχάζουν / καθησυχάζουνε
Παρατατικόςκαθησύχαζακαθησύχαζεςκαθησύχαζεκαθησυχάζαμεκαθησυχάζατεκαθησυχάζαν / καθησυχάζανε / καθησύχαζαν
Αόριστοςκαθησύχασακαθησύχασεςκαθησύχασεκαθησυχάσαμεκαθησυχάσατεκαθησυχάσαν / καθησυχάσανε / καθησύχασαν
Μέλλονταςθα καθησυχάζω / θα καθησυχάσωθα καθησυχάζεις / θα καθησυχάσειςθα καθησυχάζει / θα καθησυχάσειθα καθησυχάζουμε / θα καθησυχάσουμεθα καθησυχάζετε / θα καθησυχάσετεθα καθησυχάζουν / θα καθησυχάζουνε / θα καθησυχάσουν / θα καθησυχάσουνε
Παρακείμενοςέχω καθησυχάσειέχεις καθησυχάσειέχει καθησυχάσειέχουμε καθησυχάσειέχετε καθησυχάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καθησυχάσειείχες καθησυχάσειείχε καθησυχάσειείχαμε καθησυχάσει——
Υποτακτικήνα έχω καθησυχάσει / να καθησυχάζω / να καθησυχάσωνα έχεις καθησυχάσει / να καθησυχάζεις / να καθησυχάσειςνα έχει καθησυχάσει / να καθησυχάζει / να καθησυχάσεινα έχουμε καθησυχάσει / να καθησυχάζουμε / να καθησυχάσουμενα έχετε καθησυχάσει / να καθησυχάζετε / να καθησυχάσετενα καθησυχάζουν / να καθησυχάζουνε / να καθησυχάσουν / να καθησυχάσουνε
Προστακτική—καθησύχαζε / καθησύχασε——καθησυχάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

καθησυχάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →