καθησυχάζω
•
- μεταβατικόπείθω ή προσπαθώ να πείσω κάποιον ότι δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί Βικιλεξικό
- Επαψε έτσι σταδιακά να είναι ένας απλός αγκιτάτορας, έμαθε ποιοι είναι οι κρίσιμοι πόλοι εξουσίας (πρόεδρος Χίντενμπουργκ, βιομήχανοι, Ράιχσβερ, κ.ά.), αλλά και πώς θα μπορούσε, αν όχι να τους προσεταιριστεί, τουλάχιστον να τους καθησυχάσει, ώστε να μην τους έχει απέναντί του.
- αμετάβατοπαύω να ανησυχώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθησυχάζω < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα καθησυχάζω < ελληνιστική κοινή καθησυχάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε καθ- + ησυχάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθησυχάζω | καθησυχάζεις | καθησυχάζει | καθησυχάζουμε | καθησυχάζετε | καθησυχάζουν / καθησυχάζουνε |
| Παρατατικός | καθησύχαζα | καθησύχαζες | καθησύχαζε | καθησυχάζαμε | καθησυχάζατε | καθησυχάζαν / καθησυχάζανε / καθησύχαζαν |
| Αόριστος | καθησύχασα | καθησύχασες | καθησύχασε | καθησυχάσαμε | καθησυχάσατε | καθησυχάσαν / καθησυχάσανε / καθησύχασαν |
| Μέλλοντας | θα καθησυχάζω / θα καθησυχάσω | θα καθησυχάζεις / θα καθησυχάσεις | θα καθησυχάζει / θα καθησυχάσει | θα καθησυχάζουμε / θα καθησυχάσουμε | θα καθησυχάζετε / θα καθησυχάσετε | θα καθησυχάζουν / θα καθησυχάζουνε / θα καθησυχάσουν / θα καθησυχάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθησυχάσει | έχεις καθησυχάσει | έχει καθησυχάσει | έχουμε καθησυχάσει | έχετε καθησυχάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθησυχάσει | είχες καθησυχάσει | είχε καθησυχάσει | είχαμε καθησυχάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθησυχάσει / να καθησυχάζω / να καθησυχάσω | να έχεις καθησυχάσει / να καθησυχάζεις / να καθησυχάσεις | να έχει καθησυχάσει / να καθησυχάζει / να καθησυχάσει | να έχουμε καθησυχάσει / να καθησυχάζουμε / να καθησυχάσουμε | να έχετε καθησυχάσει / να καθησυχάζετε / να καθησυχάσετε | να καθησυχάζουν / να καθησυχάζουνε / να καθησυχάσουν / να καθησυχάσουνε |
| Προστακτική | — | καθησύχαζε / καθησύχασε | — | — | καθησυχάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καθησυχάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →