Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθιερωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επιφέρει καθιέρωση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθιερωτικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιερωτικόςκαθιερωτικήκαθιερωτικό
Γενικήκαθιερωτικούκαθιερωτικήςκαθιερωτικού
Αιτιατικήκαθιερωτικόκαθιερωτικήκαθιερωτικό
Κλητικήκαθιερωτικέκαθιερωτικήκαθιερωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιερωτικοίκαθιερωτικέςκαθιερωτικά
Γενικήκαθιερωτικώνκαθιερωτικώνκαθιερωτικών
Αιτιατικήκαθιερωτικούςκαθιερωτικέςκαθιερωτικά
Κλητικήκαθιερωτικοίκαθιερωτικέςκαθιερωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →