καθιζάνω
•
- γεωλογίαυφίσταμαι καθίζηση (για έδαφος) Βικιλεξικό
- χημείακατακάθομαι ως ίζημα, κατεβαίνω ως ίζημα ως τον πυθμένα (για ουσία διαλυμένη σε υγρό) Βικιλεξικό
- Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι ο φωσφορούχος ψευδάργυρος θα καθίζανε προς σχετικά κρυσταλλική μορφή. (*)
Ετυμολογία
καθιζάνω < αρχαία ελληνική καθιζάνω < κατά + ἱζάνω < ἵζω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sisdō / *sizdō < *sed- (κάθομαι)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →