καθισιό
•
- το να κάθεται κανείς και να μην κάνει τίποτα παραγωγικό· αναφέρεται τόσο στην ξεκούραση όσο και στην αδράνεια, την τεμπελιά Βικιλεξικό
- Τις μέρες που δεν είχα στούντιο, δεν είχα καθισιό, έβγαινα και περπατούσα το βραδάκι στην Αθήνα, που ήταν μισοάδεια ντάλα καλοκαίρι (Διονύσης Σαββόπουλος, Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα, εκδ. Πατάκη, 2024, σελ. 165)
Ετυμολογία
καθισιό < κάθομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθισιό | καθισιά |
| Γενική | καθισιού | καθισιών |
| Αιτιατική | καθισιό | καθισιά |
| Κλητική | καθισιό | καθισιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →