καθιστικό
•
- το δωμάτιο του σπιτιού όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονται μαζί για να ασχοληθούν με μια ευχάριστη κοινή δραστηριότητα ή να χαλαρώσουν και να ξεκουραστούν Βικιλεξικό
- Καμιά φορά αναφέρεται ο όρος πόρτεγο, που ήταν το σημερινό καθιστικό ή σαλόνι. Πόρτεγο δε φαίνεται να διέθεταν όλα τα νοικοκυριά, η ύπαρξή του δήλωνε πολυτέλεια ... Τα κυρίως δωμάτια που συνήθως διέθετε ένα νοικοκυριό ήταν το πόρτεγο και το υπνοδωμάτιο. (Πεπραγμένα Ένατου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, 2004, σελ. 241)
- ιχθυολογίαείδος οργανισμού που διαβιεί προσκολλημένο στο βυθό της θάλασσας ή κινείται πολύ αργά πάνω του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθιστικό < από το ουδέτερο του επιθέτου καθιστικός < κάθομαι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθιστικό | καθιστικά |
| Γενική | καθιστικού | καθιστικών |
| Αιτιατική | καθιστικό | καθιστικά |
| Κλητική | καθιστικό | καθιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →