Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθιστός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που κάθεται, καθισμένος Βικιλεξικό
    • «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

καθιστός < καθίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιστόςκαθιστήκαθιστό
Γενικήκαθιστούκαθιστήςκαθιστού
Αιτιατικήκαθιστόκαθιστήκαθιστό
Κλητικήκαθιστέκαθιστήκαθιστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθιστοίκαθιστέςκαθιστά
Γενικήκαθιστώνκαθιστώνκαθιστών
Αιτιατικήκαθιστούςκαθιστέςκαθιστά
Κλητικήκαθιστοίκαθιστέςκαθιστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →