καθοίκι
•
- λαϊκότροποουροδοχείο, δοχείο για να ουρεί κάποιος, δοχείο νυκτός Βικιλεξικό
- υβριστικόάνθρωπος κακόβουλος και δόλιος, χωρίς αρχές Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοίκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική καθοίκι(ν) < κάθοικον (οικιακό σκεύος) < συναρπαγή φράσης «κατ' οἶκον» με δάσυνση [t > θ] χωρίς να υπάρχει δασεία στο οἶκος. Παραβάλετε φέτος. Ίσως από το καθημερινός, ή από το καθίζω. Γι' αυτό, οι γραφές καθήκι, καθίκι.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοίκι | καθοίκια |
| Γενική | καθοικιού | καθοικιών |
| Αιτιατική | καθοίκι | καθοίκια |
| Κλητική | καθοίκι | καθοίκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →