καθοδηγητικός
•
- που συντελεί στην καθοδήγηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοδηγητικός < καθοδηγητής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδηγητικός | καθοδηγητική | καθοδηγητικό |
| Γενική | καθοδηγητικού | καθοδηγητικής | καθοδηγητικού |
| Αιτιατική | καθοδηγητικό | καθοδηγητική | καθοδηγητικό |
| Κλητική | καθοδηγητικέ | καθοδηγητική | καθοδηγητικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καθοδηγητικοί | καθοδηγητικές | καθοδηγητικά |
| Γενική | καθοδηγητικών | καθοδηγητικών | καθοδηγητικών |
| Αιτιατική | καθοδηγητικούς | καθοδηγητικές | καθοδηγητικά |
| Κλητική | καθοδηγητικοί | καθοδηγητικές | καθοδηγητικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →