Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθοδηγητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συντελεί στην καθοδήγηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθοδηγητικός < καθοδηγητής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθοδηγητικόςκαθοδηγητικήκαθοδηγητικό
Γενικήκαθοδηγητικούκαθοδηγητικήςκαθοδηγητικού
Αιτιατικήκαθοδηγητικόκαθοδηγητικήκαθοδηγητικό
Κλητικήκαθοδηγητικέκαθοδηγητικήκαθοδηγητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαθοδηγητικοίκαθοδηγητικέςκαθοδηγητικά
Γενικήκαθοδηγητικώνκαθοδηγητικώνκαθοδηγητικών
Αιτιατικήκαθοδηγητικούςκαθοδηγητικέςκαθοδηγητικά
Κλητικήκαθοδηγητικοίκαθοδηγητικέςκαθοδηγητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →