Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθολικεύομαι

ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος καθολικεύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθολικεύομαικαθολικεύεσαικαθολικεύεταικαθολικευόμαστεκαθολικεύεστεκαθολικεύονται
Παρατατικόςκαθολικευόμουν / καθολικευόμουνακαθολικευόσουν / καθολικευόσουνακαθολικευόταν / καθολικευότανεκαθολικευόμασταν / καθολικευόμαστεκαθολικευόσασταν / καθολικευόσαστεκαθολικευόντουσαν / καθολικεύονταν
Αόριστοςκαθολικεύτηκακαθολικεύτηκεςκαθολικεύτηκεκαθολικευτήκαμεκαθολικευτήκατεκαθολικευτήκαν / καθολικευτήκανε / καθολικεύτηκαν
Μέλλονταςθα καθολικευτώ / θα καθολικεύομαιθα καθολικευτείς / θα καθολικεύεσαιθα καθολικευτεί / θα καθολικεύεταιθα καθολικευτούμε / θα καθολικευόμαστεθα καθολικευτείτε / θα καθολικεύεστεθα καθολικευτούν / θα καθολικευτούνε / θα καθολικεύονται
Παρακείμενοςέχω καθολικευτείέχεις καθολικευτείέχει καθολικευτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα καθολικευτείείχες καθολικευτείείχε καθολικευτεί———
Υποτακτικήνα έχω καθολικευτεί / να καθολικευτώ / να καθολικεύομαινα έχεις καθολικευτεί / να καθολικευτείς / να καθολικεύεσαινα έχει καθολικευτεί / να καθολικευτεί / να καθολικεύεταινα καθολικευτούμε / να καθολικευόμαστενα καθολικευτείτε / να καθολικεύεστενα καθολικευτούν / να καθολικευτούνε / να καθολικεύονται
Προστακτική—καθολικεύου / καθολικεύσου——καθολικευτείτε / καθολικεύεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →