καθολικεύομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος καθολικεύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθολικεύομαι | καθολικεύεσαι | καθολικεύεται | καθολικευόμαστε | καθολικεύεστε | καθολικεύονται |
| Παρατατικός | καθολικευόμουν / καθολικευόμουνα | καθολικευόσουν / καθολικευόσουνα | καθολικευόταν / καθολικευότανε | καθολικευόμασταν / καθολικευόμαστε | καθολικευόσασταν / καθολικευόσαστε | καθολικευόντουσαν / καθολικεύονταν |
| Αόριστος | καθολικεύτηκα | καθολικεύτηκες | καθολικεύτηκε | καθολικευτήκαμε | καθολικευτήκατε | καθολικευτήκαν / καθολικευτήκανε / καθολικεύτηκαν |
| Μέλλοντας | θα καθολικευτώ / θα καθολικεύομαι | θα καθολικευτείς / θα καθολικεύεσαι | θα καθολικευτεί / θα καθολικεύεται | θα καθολικευτούμε / θα καθολικευόμαστε | θα καθολικευτείτε / θα καθολικεύεστε | θα καθολικευτούν / θα καθολικευτούνε / θα καθολικεύονται |
| Παρακείμενος | έχω καθολικευτεί | έχεις καθολικευτεί | έχει καθολικευτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθολικευτεί | είχες καθολικευτεί | είχε καθολικευτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθολικευτεί / να καθολικευτώ / να καθολικεύομαι | να έχεις καθολικευτεί / να καθολικευτείς / να καθολικεύεσαι | να έχει καθολικευτεί / να καθολικευτεί / να καθολικεύεται | να καθολικευτούμε / να καθολικευόμαστε | να καθολικευτείτε / να καθολικεύεστε | να καθολικευτούν / να καθολικευτούνε / να καθολικεύονται |
| Προστακτική | — | καθολικεύου / καθολικεύσου | — | — | καθολικευτείτε / καθολικεύεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →