Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθοριστικώς

επίρρημα
•
  1. παρωχημένοκαθοριστικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθοριστικώς < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καθοριστικῶς. Συγχρονικά αναλύεται σε καθοριστικ(ός) + -ώς.

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →