καθοσιώνω
•
- καθιστώ κάτι ιερό Βικιλεξικό
- προσφέρω ως ανάθημα, αφιερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθοσιώνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθοσιώνω | καθοσιώνεις | καθοσιώνει | καθοσιώνουμε | καθοσιώνετε | καθοσιώνουν / καθοσιώνουνε |
| Παρατατικός | καθοσίωνα | καθοσίωνες | καθοσίωνε | καθοσιώναμε | καθοσιώνατε | καθοσίωναν / καθοσιώναν / καθοσιώνανε |
| Αόριστος | καθοσίωσα | καθοσίωσες | καθοσίωσε | καθοσιώσαμε | καθοσιώσατε | καθοσίωσαν / καθοσιώσαν / καθοσιώσανε |
| Μέλλοντας | θα καθοσιώνω / θα καθοσιώσω | θα καθοσιώνεις / θα καθοσιώσεις | θα καθοσιώνει / θα καθοσιώσει | θα καθοσιώνουμε / θα καθοσιώσουμε | θα καθοσιώνετε / θα καθοσιώσετε | θα καθοσιώνουν / θα καθοσιώνουνε / θα καθοσιώσουν / θα καθοσιώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθοσιώσει | έχεις καθοσιώσει | έχει καθοσιώσει | έχουμε καθοσιώσει | έχετε καθοσιώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθοσιώσει | είχες καθοσιώσει | είχε καθοσιώσει | είχαμε καθοσιώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθοσιώσει / να καθοσιώνω / να καθοσιώσω | να έχεις καθοσιώσει / να καθοσιώνεις / να καθοσιώσεις | να έχει καθοσιώσει / να καθοσιώνει / να καθοσιώσει | να έχουμε καθοσιώσει / να καθοσιώνουμε / να καθοσιώσουμε | να έχετε καθοσιώσει / να καθοσιώνετε / να καθοσιώσετε | να καθοσιώνουν / να καθοσιώνουνε / να καθοσιώσουν / να καθοσιώσουνε |
| Προστακτική | — | καθοσίωνε / καθοσίωσε | — | — | καθοσιώνετε / καθοσιώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →