καθρεφτίζω
•
- λειτουργώ ως καθρέφτης και σχηματίζω το είδωλο ενός αντικειμένου Βικιλεξικό
- μεταφορικάφανερώνω με τρόπο διαυγή τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου, συνόλου, κοινωνίας κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθρεφτίζω < καθρέφτης + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθρεφτίζω | καθρεφτίζεις | καθρεφτίζει | καθρεφτίζουμε | καθρεφτίζετε | καθρεφτίζουν / καθρεφτίζουνε |
| Παρατατικός | καθρέφτιζα | καθρέφτιζες | καθρέφτιζε | καθρεφτίζαμε | καθρεφτίζατε | καθρέφτιζαν / καθρεφτίζαν / καθρεφτίζανε |
| Αόριστος | καθρέφτισα | καθρέφτισες | καθρέφτισε | καθρεφτίσαμε | καθρεφτίσατε | καθρέφτισαν / καθρεφτίσαν / καθρεφτίσανε |
| Μέλλοντας | θα καθρεφτίζω / θα καθρεφτίσω | θα καθρεφτίζεις / θα καθρεφτίσεις | θα καθρεφτίζει / θα καθρεφτίσει | θα καθρεφτίζουμε / θα καθρεφτίσουμε | θα καθρεφτίζετε / θα καθρεφτίσετε | θα καθρεφτίζουν / θα καθρεφτίζουνε / θα καθρεφτίσουν / θα καθρεφτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθρεφτίσει | έχεις καθρεφτίσει | έχει καθρεφτίσει | έχουμε καθρεφτίσει | έχετε καθρεφτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθρεφτίσει | είχες καθρεφτίσει | είχε καθρεφτίσει | είχαμε καθρεφτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθρεφτίσει / να καθρεφτίζω / να καθρεφτίσω | να έχεις καθρεφτίσει / να καθρεφτίζεις / να καθρεφτίσεις | να έχει καθρεφτίσει / να καθρεφτίζει / να καθρεφτίσει | να έχουμε καθρεφτίσει / να καθρεφτίζουμε / να καθρεφτίσουμε | να έχετε καθρεφτίσει / να καθρεφτίζετε / να καθρεφτίσετε | να καθρεφτίζουν / να καθρεφτίζουνε / να καθρεφτίσουν / να καθρεφτίσουνε |
| Προστακτική | — | καθρέφτιζε / καθρέφτισε | — | — | καθρεφτίζετε / καθρεφτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →